δέλτα

δέλτα, τό, indecl.,
A the letter δέλτα: gen.

δέλτατος Democr.20

. (Hebr. dāleth 'door'.)
II anything shaped like a Δ, esp. island formed by the mouths of a large river, as the Nile, Hdt.2.13, etc.; of the Indus, Str.15.1.33, Arr.An.5.4.1, etc.
2 adverbially,

δ. παρατετιλμέναι Ar.Lys.151

.
III = δελτωτόν, Ptol.Tetr.27.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Δέλτα — Δέλτᾱ , Δέλτη fem nom/voc/acc dual (doric) Δέλτᾱ , Δέλτη fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλτα — neut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλτα — Συσσώρευση υλών που μεταφέρει ένας ποταμός και αποθέτει στις εκβολές του στη θάλασσα ή σε λίμνη· με τον ίδιο όρο χαρακτηρίζεται ένας ιδιαίτερος τύπος στομίου ποταμού, στο οποίο η δράση των αλουβιακών αποθέσεων είναι μεγαλύτερη από τη διαβρωτική… …   Dictionary of Greek

  • δέλτα — το 1. ονομασία του τέταρτου γράμματος του ελληνικού αλφάβητου. 2. καθετί που έχει σχήμα Δ, δηλαδή ισόπλευρου ή ισοσκελούς τριγώνου και γι’ αυτό η έκταση γης στις εκβολές ποταμού: Το δέλτα του Αξιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Δέλτα, Πηνελόπη — (Αλεξάνδρεια 1872 – Αθήνα 1941). Πεζογράφος. Ήταν κόρη του Εμμανουήλ Μπενάκη. Μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια και έζησε αργότερα στη Φρανκφούρτη (1906 12). Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1909, με τα διηγήματα Για την πατρίδα,που τυπώθηκαν στο Λονδίνο …   Dictionary of Greek

  • δέλτ' — δέλτα , δέλτα neut δέλτε , δέλτος fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • Βιετνάμ — Κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας.Συνορεύει Β με την Κίνα, Δ με την Καμπότζη και το Λάος, ενώ Α και Ν βρέχεται από τη Νότια Θάλασσα της Κίνας, και πιο συγκεκριμένα από τον Κόλπο του Τονκίν ΒΑ, τον Κόλπο της Ταϊλάνδης ΝΔ και στην υπόλοιπη… …   Dictionary of Greek

  • Μυανμάρ — Κράτος της νοτιανατολικής Ασίας. Συνορεύει Β και ΒΑ με την Κίνα, Α με το Λάος και την Ταϊλάνδη και Δ με το Μπανγκλαντές και την Ινδία. Βρέχεται Ν από τη Θάλασσα Ανταμάν και ΝΔ από τον Kόλπο της Βεγγάλης.Aπό εδαφική άποψη, η Μ. ή Bιρμανία… …   Dictionary of Greek

  • Έβρος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Γιος του βασιλιά της Θράκης Κάσσανδρου. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Έ. συκοφαντήθηκε από τη μητριά του στον πατέρα του ότι επιχείρησε να τη βιάσει και αναγκάστηκε, για να αποφύγει την τιμωρία, να πέσει στα νερά του ποταμού… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.